Η Ορθόδοξη εκκλησία σε πολλά θέματα, έχει μια πραγματικά ορθόδοξη θεολογία. Το Σύμβολο της Νίκαιας, η αντι-prosperity νοοτροπία, οι υπέροχες νηπτικές προσεγγίσεις, μια πλούσια υμνολογική παράδοση είναι μόνο μερικά από τα όμορφα στοιχεία που συναντάμε στην Ορθόδοξη εκκλησία. Δυστυχώς όμως και στην Ορθόδοξη εκκλησία υπάρχει μια σειρά από πρακτικές που δεν συμφωνούν με την Αγία Γραφή.
Μία χαρακτηριστική από αυτές τις πρακτικές είναι η ύπαρξη και η προσκύνηση των εικόνων, που καθιερώθηκε με την “σύνοδο” του 843. Επισήμως, η Ορθόδοξη εκκλησία ισχυρίζεται πως η προσκύνηση αυτή είναι “τιμητική”. Απ’ την στιγμή όμως που οι άνθρωποι θυμιατίζουν, ανάβουν καντήλια και αποδίδουν θαύματα σε εικόνες, αντιλαμβανόμαστε πως η πρακτική αυτή, πιθανότατα έχει ξεφύγει από την τιμητικό της χαρακτήρα.
Μάλιστα, ο σεβαστός Μητροπολίτης Ιωαννίνων Θεόκλητος σε συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα “Τα Νέα” στις 9 Δεκεμβρίου 2002, είπε μεταξύ άλλων: “Όταν ο πιστός ταυτίζεται με μια εικόνα, αυτό είναι ειδωλολατρία και εμείς έχουμε την ευθύνη διότι ενθαρρύνουμε την ειδωλολατρία όταν περιάγουμε τα λείψανα των αγίων για να γεμίσουμε τα παγκάρια της Εκκλησίας”. Ενώ έκλεισε την συνέντευξή λέγοντας: “Δυστυχώς, ο χριστιανισμός έχει φορτωθεί παρά πολύ με ειδωλολατρισμό. Πρέπει όσοι ευαγγελίζονται τον λόγο του Θεού να μπορούν να στενοχωρήσουν μερικούς χριστιανούς λέγοντάς τους την αλήθεια. Δυστυχώς, η ιστορία με τα κειμήλια είναι παλιά. Από τότε που η Εκκλησία έγινε θρησκεία και από τότε που η Αποκάλυψη έγινε χριστιανισμός.”
Η αλήθεια είναι πως ο Θεός στην Αγία Γραφή ποτέ δεν έδωσε εντολή να προσκυνούνται εικόνες, έστω και τιμητικά. Αντίθετα μια από τις βασικές εντολές του Θεού ήταν: “Μη κάνεις για τον εαυτό σου είδωλο μήτε ομοίωμα κάποιου, από όσα είναι στον ουρανό επάνω ή όσα είναι στη γη κάτω ή όσα είναι στα νερά κάτω από τη γη• μη τα προσκυνήσεις μήτε να τα λατρεύσεις.” (Έξοδ. 20:4-5). Οι υποστηρικτές των εικόνων βέβαια, διακηρύττουν πως ”οι εικόνες δεν είναι είδωλα”. Ακόμα και αν πούμε πως αυτό ισχύει, η λέξη “ομοιώματα” της παραπάνω Γραφικής περικοπής, καλύπτει πλήρως τις εικόνες. Οι εικόνες είναι ομοιώματα προσώπων, και η Γραφή μας καλεί, ούτε να τις προσκυνήσουμε, ούτε να τις λατρέψουμε.
Η Αγία Γραφή είναι απολύτως ξεκάθαρη, σχετικά με τον τρόπο που θέλει ο ίδιος ο Θεός να τον λατρεύουμε και να τον προσκυνάμε: “Οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνήσουν τον Πατέρα με πνεύμα και με αλήθεια• επειδή, ο Πατέρας τέτοιου είδους ζητάει να είναι εκείνοι που τον προσκυνούν.” (Ιωάν. 4:23). Ο Θεός ζητά προσκύνηση “εν πνεύματι”. Δεν μπορούμε ν’ αντικαταστήσουμε “τη δόξα του άφθαρτου Θεού σε ομοίωμα εικόνας φθαρτού ανθρώπου!” (Ρωμ. 1:21-23).
Ευτυχώς η απεικόνιση του Θεού (της Αγίας Τριάδας), δεν περικλείεται στην παράδοση της Ορθόδοξης εκκλησίας, και οι εικόνες που το κάνουν αυτό είναι Ρωμαιοκαθολικής προέλευσης (αν και αδικαιολόγητα υπάρχουν πολλές τέτοιες εικόνες μέσα σε Ορθόδοξους ναούς), όμως σαφώς υποστηρίζεται η απεικόνιση και η προσκύνηση των Αγίων. Αν εξετάσουμε την Αγία Γραφή, θα δούμε πως οι άγιοι άνθρωποι του Θεού, ποτέ δεν ζήτησαν προσκύνηση, μάλιστα προσπάθησαν να την αποφύγουν με κάθε τρόπο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πέτρου όταν ο Κορνήλιος πήγε να τον προσκυνήσει. Ο Πέτρος του είπε: “Σήκω επάνω• και εγώ ο ίδιος άνθρωπος είμαι.” (Πράξ. 10:26). Ο Πέτρος δεν κάθισε να τον ρωτήσει “Πως με προσκυνάς; Λατρευτικά ή τιμητικά;”, του είπε αμέσως ”σήκω πάνω”. Γνώριζε πως η προσκύνηση και η λατρευτική τιμή ανήκει μόνο στο Θεό. Άλλη περίπτωση είναι του Παύλου και του Βαρνάβα στα Λύστρα (Πραξ. 14:11-18). Οι Άγιοι δεν δέχτηκαν τη προσκύνηση όταν ζούσαν. Δεν υπάρχει κάποια Γραφική ένδειξη που να μας δείχνει πως είναι πιθανόν να την δεχτούν τώρα στα “ομοιώματα” τους, των οποίων τη κατασκευή ο Θεός, ούτως ή άλλως, την απορρίπτει.
Ακόμα να ξεκαθαρίζουμε πως ούτε οι άγγελοι δέχονται προσκύνηση. Όταν ο Ιωάννης έπεσε να προσκυνήσει έναν άγγελο τότε αυτός τον εμπόδισε λέγοντας: “Πρόσεχε, μη το κάνεις αυτό• εγώ είμαι σύνδουλός σου, και των αδελφών σου, που έχουν τη μαρτυρία τού Ιησού• τον Θεό προσκύνησε.” (Αποκ. 19:10).
Η Αγία Γραφή μας λέει πως πρέπει να φυλάμε τις ψυχές μας (Δευτ. 4:15-16), να προσέχουμε τον εαυτό μας (Δευτ. 4:23) και μην υπερηφανευτούμε (Ιεζεκ. 7:20) ώστε να καταφύγουμε σε εικόνες. Εξάλλου ο Παύλος μιλώντας στην Αθήνα, είπε: “Αφού, λοιπόν, είμαστε γένος τού Θεού, δεν πρέπει να νομίζουμε τον Θεό ότι είναι όμοιος με χρυσάφι ή ασήμι ή πέτρα, χαραγμένα με τέχνη και επινόηση ανθρώπου.” (Πράξεις 17:29).
Είδαμε λοιπόν τι λέει η Αγία Γραφή, το μοναδικό θεόπνευστό βιβλίο (2 Τιμόθ. 3:16) για τις εικόνες.

Ο “Ορίζοντας” δεν θέλει να το εμφανιστεί “ειδικός” σε θέματα που πραγματικά δεν είναι ειδικός, εξετάζοντας όμως ένα βιβλίο εκκλησιαστικής ιστορίας* βρήκαμε μια σειρά από ενδιαφέρουσες μαρτυρίες, σημαντικών Πατέρων και συγγραφέων της αρχαίας εκκλησίας σχετικά με τις εικόνες, τις οποίες και παραθέτουμε. Υπάρχουν σχετικές παραπομπές, οπότε μπορείτε να διασταυρώσετε τα παρατιθέμενα.
Ευσέβιος (260;-340;)
Ο Ευσέβιος είναι ένας από τους αρχαιότερους Πατέρες της εκκλησίας, και η μαρτυρία του είναι εξαιρετικής σημασίας και βαρύτητας. Η Κωνσταντία, αδελφή του Μέγα Κωνσταντίνου, έγραψε στον Ευσέβιο και τον παρακάλεσε να της προμηθεύσει μια εικόνα του Χριστού. Ο Ευσέβιος, απαντώντας, εκφράζει την έκπληξη του και την ρωτάει αν είδε ποτέ κάτι τέτοιο στην Εκκλησία και αν αγνοούσε ότι αυτό το πράγμα απαγορεύεται και αποκλείεται στις εκκλησίες σ’ όλον τον κόσμο. Τέλος της υπενθυμίζει τη θεία απαγόρευση στη δεύτερη εντολή: “Άρα γαρ τούτο σε μόνον διέλαθεν το ανάγνωσμα, εν ω Θεός νομοθετεί μη ποιείν ομοίωμα, μήτε των όσα εν τω ουρανώ, μήτε όσα εν τη γη κάτω; Ή έστιν ότε εν τη Εκκλησία το τοιούτον ή αυτή ή και παρ’ άλλων τούτο ήκουσας; Ουχί δε καθ’ όλης της οικουμένης εξώρισται και πόρρω των εκκλησιών πεφυγάδευται τα τοιαύτα, μόνοις τε ημίν μη εξείνε το τοιούτον ποιείν παρά πάσι βεβόηται;” (Επιστολή προς Κωνσταντίαν την Βασίλισσαν, Minge 20:1545-1549).
Μέγας Αθανάσιος (293-373)
Δεν είναι λιγότερο αυστηρή η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Αθανάσιος, όταν μιλάει για το ανεπίτρεπτο της λατρευτικής χρήσης των εικόνων. Πώς να μη λυπηθεί κανείς, ρωτάει, για κείνους που λατρεύουν τα κτίσματα και, ενώ οι ίδιοι είναι προικισμένοι με όραση και ακοή, προσεύχονται σε κάτι, που ούτε να δει μπορεί ούτε ν’ ακούσει: “οι βλέποντες τοις μη βλέπουσι προσεύχονται και οι ακούοντες τοις μη ακούουσι” (Mansi 13:300).
Επιφάνιος (315;-403)
Ο Επιφάνιος ύψωσε χωρίς δισταγμό τη φωνή του εναντίον της χρήσης εικόνων στην εκκλησία αλλά και γενικότερα στις θρησκευτικές εκδηλώσεις των Χριστιανών. Ταξιδεύοντας κάποτε στην Παλαιστίνη είδε στην εκκλησία ενός χωριού ένα παραπέτασμα, πάνω στο οποίο ήταν εικονισμένος ο Χριστός και ένας απ’ τους αγίους. Αμέσως ξέσκισε το παραπέτασμα και δώρισε στην εκκλησία ένα άλλο χωρίς εικόνες. Ύστερα από αυτά έγραψε μια πραγματεία εναντίον εκείνων, οι οποίοι “ειδωλικώ θεσμώ” αποπειρώνταν να κάνουν “εικόνες” που παρίσταναν, το Χριστό, τη Θεοτόκο, τους μάρτυρες, του αγγέλους ή του προφήτες, και διακήρυξε πως μια τέτοια συνήθεια οδηγεί σ’ ένα πολύ ολισθηρό μονοπάτι, γιατί “όταν στήσουν τις εικόνες, οι συνήθειες των εθνικών θα συμπληρώσουν τα υπόλοιπα” (“Πανάριον”, 27:6, Minge, 41:376). Τελικά, έκανε έκκληση ο Επιφάνιος στα πνευματικά του παιδία, στην εκκλησία που εποίμενε, να τηρούν τις παραδόσεις, που παρέλαβαν: “Και να θυμάστε, αγαπητά μου τέκνα, να μη φέρνετε εικόνες στις εκκλησίες ή στα νεκροταφεία των αγίων ή σε ιδιωτικά σπίτια. Στις καρδιές σας να διατηρείτε την ανάμνηση του Θεού” (Mansi 13:292). Είναι αξιοπαρατήρητο ότι στην έκκληση του, την παράδοση ακριβώς της εκκλησίας επικαλέστηκε ο Επιφάνιος, και αυτή η παράδοση είναι απαγορευτική σχετικά με τη θρησκευτική χρήση των εικόνων.
Γρηγόριος Ναζιανζηνός (329-389)
Για το Γρηγόριο είναι κυριολεκτικά “ύβρις” το να έχει κανείς την πίστη του σε χρώματα παρά μέσα στην καρδιά, γιατί η πίστη, που επαναπαύεται σε χρώματα, εύκολα ξεπλένεται: “ύβρις πίστιν έχειν εν χρώμασι και μη εν καρδία. Η μεν γαρ εν χρώμασιν ευχέρως εκπλύνεται, η δε εν τω βάθει του νοός εκείνη εμοί προσφιλής” (Mansi 13:297).
Μέγας Βασίλειος (329-379)
Ο Μέγας Βασίλειος συνιστά τη “μελέτη των θεόπνευστων γραφών”, γιατί εκεί βρίσκονται οι “έμψυχες εικόνες” των αγίων, που μας έχουν δοθεί, για να μιμηθούμε τα έργα τους, που έγιναν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού (Mansi 13:300).
Ιωάννης ο Χρυσόστομος (354;-407)
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος όπως ο Μέγας Βασίλειος, τονίζει και αυτός ότι με τη μελέτη της Αγίας Γραφής “της των αγίων απολαύομεν παρουσίας, ουχί των σωμάτων αυτών, αλλά των ψυχών τας εικόνας έχομεν. Τα γαρ παρ’ αυτών ειρημένα των ψυχών αυτών εικόνες εισί” (Mansi 13:300). Και με γλώσσα αυστηρή μιλάει για την απρέπεια να εικονίζεται ο Χριστός, γιατί τα σύνορα του Εσταυρωμένου δεν είναι της εκκλησίας οι τοίχοι, αλλά της οικουμένης τα πέρατα: “μη γαρ τοίχοις ο Θεός περιγράφεται; Ανεπίγραπτον το θείον. Μη γαρ οφθαλμοίς ο ημέτερος Δεσπότης όραται;” (Εγκώμιον εις τον Άγιον Μάρτυρα Ρωμανό, Minge, 50:616)
Νείλος (θ. 430;)
Ο ασκητής Νείλος βρίσκει “νηπιώδες και βρεφοπρεπές” την χρησιμοποίηση των εικόνων στη λατρευτική ζωή του χριστιανού το και συνιστά ένας μόνο σταυρός να υπάρχει στο ιερό του ναού και εικόνες από τις ιστορίες της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης για χάρη “των μη ειδότων γράμματα” (Επιστολή προς Ολυμπιόδωρον, Minge, 19:577-579).
Αμφιλόχιος Ικονίου
Ο Αμφιλόχιος δίδαξε ότι “δεν χρειαζόμαστε τα σαρκικά πρόσωπα των αγίων να ζωγραφίζονται με χρώματα πάνω σε πίνακες, αλλά με την αρετή να μιμούμαστε την πολιτεία τους”. (Mansi 13:301).
Θεόδοτος Αγκύρας
Ο Θεόδοτος ήταν αυστηρότερος από τον Αμφιλόχιο: “Εμείς δεν παραλάβαμε από τους πατέρες μας να μορφώνουμε τις ιδέες των αγίων από εικόνες με υλικά χρώματα, αλλά διδαχτήκαμε να εγκολπωνόμαστε τις αρετές τους σαν έμψυχες εικόνες, όπως αυτές εκτίθενται στις Γραφές. Ας μας πουν αυτοί, που αναστηλώνουν τις μορφές τους, ποια ωφέλεια έχουν απολαύσει. Αλλά είναι προφανές πόσο μάταια είναι αυτή η επίνοια και το διαβολικής μεθοδείας εύρημα.” (Mansi 13:309-312).
Αστέριος (θ. 430;)
Ο Αστέριος, εκφράζει την αγανάκτησή του για μερικούς, που είναι “της ματαιότητος ερασταί” και δεν σταμάτησαν στα συνηθισμένα όρια της “μωράς επινοίας”, αλλά προχώρησαν και στα ρούχα τους ακόμα να υφαίνουν τις εικόνες και όταν φορούν “της μυρίοις ειδώλοις πεποικιλμένην έσθητα” παρουσιάζονται σ’ αυτούς, που τους συναντούν, “ως τοίχοι γεγραμμένοι”. Και αν θέλουν, προσθέτει, να δεχθούν μια συμβουλή, που έχω να τους δώσω, να πάνε να πουλήσουν αυτά τα ρούχα, “επί δε της ψυχής σου βαστάζων νοητώς τον ασώματον Λόγον περιέφερε” (Ομιλία περί Πλούσιου και Λαζάρου, Minge, 40:165-168).
Ωριγένης (185-254)
Ο Ωριγένης ήταν ποτισμένος στην ελληνική σκέψη και τον ελληνικό τρόπο ζωής. Οπότε θα περίμενε κανείς να δεχτεί ή να ανεχτεί τουλάχιστον τη χρήση υλικών αντικειμένων για την χριστιανική λατρευτική ζωή. Όμως ο Ωριγένης ξεκάθαρα και με σαφήνεια έσυρε διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα ειδωλολατρικά έθιμα και τον πνευματικό χαρακτήρα του Χριστιανισμού. Εκφράζει ζωηρό φόβο μήπως αποσυρθεί από το Θεό η τιμή, που του ανήκει, για να δοθεί στην ύλη και επιμένει ότι η απαγόρευση της Παλαιάς Διαθήκης είναι δεσμευτική και για την Εκκλησία του Χριστού. Τα αναθήματα, που αρμόζει να προσφέρονται στο Θεό, γράφει, είναι: “ουχ υπό βάναυσων τεχνιτών κατασκευασμένα, αλλ’ υπό λόγου Θεού τρανούμενα και μορφούμενα εν ημίν, αι αρεταί, μιμήματα του Πρωτοτόκου πάσης κτήσεως”. (“Κατά Κέλσου” 8:17).
Το ίδιο βιβλίο κάνει λόγο, επιχειρώντας μια ανατρεπτική προσέγγιση, και στην σύνοδο του 814 που επέβαλε τις εικόνες στην ζωή της εκκλησίας. Σήμερα, την ανάμνηση αυτής της συνόδου η Ορθόδοξη εκκλησία τη γιορτάζει με την “Κυριακή της Ορθοδοξίας”.
Σύμφωνα λοιπόν με το εν λόγω βιβλίο, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα άνηκε σε μια οικογένεια εικονολατρών. Ο Θεόφιλος πριν πεθάνει ζήτησε από την γυναίκα του Θεοδώρα, να ορκιστεί πως δεν θα βοηθούσε για την αναστήλωση των εικόνων. Ο Θεόφιλος πέθανε στις 20 Ιανουαρίου 842, η Θεοδώρα όμως δεν τήρησε τον όρκο της.
Την εξουσία της Αυτοκρατορίας την πήρε η Θεοδώρα, αφού ο νόμιμος διάδοχος Μιχαήλ Γ’ ήταν μόλις δύο ετών. Αρχικά η Θεοδώρα δίσταζε να προχωρήσει στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την αναστήλωση των εικόνων, προφανώς γιατί ήταν ακόμα νωπή η μνήμη του όρκου που είχε δώσει στον άντρα της, καθώς επίσης και επειδή το Εικονομαχικό κίνημα είχε ακόμα δύναμη, οπότε η Θεοδώρα φοβόταν τις αντιδράσεις.
Το πρώτο αναγκαίο μέτρο ήταν η απομάκρυνση από τον Πατριαρχικό θρόνο του Ιωάννη Γραμματικού, που τόσο είχε υποφέρει από τις συκοφαντίες των εικονολατρών, το κλείσιμό του σε ένα μοναστήρι και η ανάληψη του πατριαρχικού θρόνου από τον εικονολάτρη Μεθόδιο. Προετοιμάστηκε λοιπόν το έδαφος για την σύγκληση της συνόδου που θα επανέφερε τις εικόνες στην εκκλησία.
Σχετικά με αυτό όμως υπάρχει μια παράξενη ιστορία. Σήμερα γίνετε λόγος για μια σύνοδο που έγινε το 843 και αποφάσισε τη αναστήλωση των εικόνων. Το ερώτημα που τίθεται είναι: τι είδους ήταν αυτή η “σύνοδος”; ή ακόμα καλύτερα: συνεκλήθη ποτέ μια τέτοια σύνοδος;
Θα ξεκινήσουμε από το βασικό γεγονός πως δεν υπάρχουν πρακτικά της συνόδου αυτής. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως ούτε για τη σύνοδο της Ιέρειας του 754, που καταδίκασε τις εικόνες, υπάρχουν πρακτικά. Όμως αυτά καταστράφηκαν με διαταγή της εικονολατρικής συνόδου της Νίκαιας του 787. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει με την σύνοδο που υποτίθεται πως συγκάλεσε η Θεοδώρα, αφού μιας και είχε επικρατήσει η εικονολατρία, κανένας δεν θα είχε συμφέρον να εξαφανίσει τα πρακτικά αυτά. Αντίθετα οι ηγέτες της εκκλησίας και της πολιτείας είχαν κάθε λόγο να περιβάλουν τη δράση τους με τις αποφάσεις μιας συνόδου, διατυπωμένες στα επίσημα πρακτικά τους.
Στο μνημειώδες έργο του G. D. Mansi, “Sacrorum Conciliorum Nova et Amplissima Collectio” το οποίο στους 53 ογκώδες τόμους του περιέχει τα πρακτικά και όλα τα σχετικά με όλες τις τοπικές και Οικουμενικές συνόδους, σε ανατολή και δύση, για την εικονολατρική Σύνοδο της Νίκαιας αφιερώνει 94 σελίδες στους τόμους 12 και 13, με τα πλήρη πρακτικά της, τις χρονολογίες, το ονόματα εκείνων που πήραν μέρος σ’ αυτή, τις έδρες τους, τη διάρκεια των συνεδριάσεων και διάφορα άλλα στοιχεία. Αυτή την μέθοδο τηρεί για όλες τις συνόδους. Για τη σύνοδο του 843 όμως, που ήταν τόσο σημαντική για την Εκκλησία, και που υποτίθεται πως συγκάλεσε η Θεοδώρα, μόνο 11 γραμμές μιας στήλης είναι αφιερωμένες στη σελίδα 788 του τόμου 14. Ούτε χρονολογίες, ούτε αναφορά σε συνεδριάσεις, ούτε ονόματα συμμετασχόντων. Το ίδιο και με το “Conciliengeschichte” του C. J. von Helefe. Μονάχα 14 γραμμές είναι αφιερωμένες για τη “σύνοδο” αυτή. Όσο για τα πρακτικά της: “Τα πρακτικά αυτής της συνόδου δεν έχουν φτάσει στα χέρια μας”. Σημειώνουμε πως ο C. J. von Helefe στις σελίδες του έργου του κάνει φανερή την αντιπάθειά του για τους Εικονομάχους, και σίγουρα θα περιμέναμε κάτι περισσότερο από αυτόν. Δικαιολογημένα αποφαίνεται ο Γάλλος βυζαντινολόγος J. Gouilliard πως “αυτή η σύνοδος ήταν μια από τις πιο σκοτεινές από όσες ποτέ υπήρξαν”.
Ένα “συνοδικό” προσπάθησε να καλύψει το κενό της απουσίας πρακτικών. Ύστερα από επιστημονικές μελέτες όμως που έβγαλαν στην επιφάνεια μια σειρά από “παράξενα” στοιχεία, έχει επικρατήσει η άποψη πως το “συνοδικό” είναι ένα κατασκεύασμα του 11ου αιώνα. Κατά το ίδιο το “συνοδικό”, η “σύνοδος” αυτή συγκλήθηκε “εν τοις κανικλείου”, δηλαδή η “σύνοδος” δεν έγινε σε κάποιο ναό ούτε καν σε κάποια επίσημη αίθουσα των ανακτόρων, αλλά έγινε στο σπίτι του Λογοθέτη του Δρόμου (του σημερινού Πρωθυπουργού). Στη “σύνοδο” αυτή πήραν ασφαλώς μέρος μέλη του συμβουλίου της εποπτείας του θρόνου, που τα περισσότερα ήταν συγγενείς της εικονολάτρισσας Θεοδώρας, μάλιστα ο F. Dvorik αποφαίνεται ότι μάλλον “κάποιου είδους οικογενειακό συμβούλιο” ήταν αυτή η “σύνοδος”.
Κατά το έργο του βυζαντινού χρονογράφου Ιωσήφ Γενέσιου “Βασιλειών Δ’, Περί Μιχαήλ και Θεόφιλου” που το έγραψε το 948 κάτ’ επιταγή του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, επρόκειτο απλώς περί “διασκέψεως”, η οποία συνεκλήθη, για να “συζητήσουν μεταξύ τους τα προβλήματα και τα δόγματα της ορθοδοξίας”. Αυτή λοιπόν τη “διάσκεψη” των “ενδιαιτημάτων του κανικλείου”, θεωρεί σήμερα η επίσημη Ορθόδοξη Εκκλησία ως τη “σύνοδο” που επικύρωσε την αναστήλωση των εικόνων.

Η ουσία απ’ όλα αυτά είναι πως η προσκύνηση των εικόνων, είναι μια πρακτική που δεν πρέπει να έχει θέση στην ζωή των Χριστιανών.
Υπάρχει μια “παραβολή” των φίλων των εικόνων. Λένε: “Αν ένα παιδί είναι μακριά απ’ το πατέρα του, έχει μια φωτογραφιά και τον βλέπει. Παρόμοια είναι η χρήση των εικόνων.”. Ίσως να αισθανόμαστε μακριά απ’ τον Ουράνιο Πατέρα μας, και να ψάχνουμε να τον βρούμε σε υποκατάστατα, όμως ο λόγος του Θεού μας διαβεβαιώνει: “Ο Κύριος είναι κοντά σε όλους εκείνους που τον επικαλούνται· σε όλους εκείνους που τον επικαλούνται αληθινά.” (Ψαλμ. 145:18).

- Οι Γραφικές περικοπές είναι από την Νέα Μετάφραση Βάμβα. Η Αγία Γραφή, μεταφορά στη δημοτική της μετάφρασης του αρχιμανδρίτη Νεόφυτου Βάμβα από τον Σπύρο Φίλο
- Το βιβλίο απ’το οποιό πήραμε τα στοιχεία για τις μαρτυρίες των Πατέρων & των εκκλησιαστικών συγγραφέων, καθώς επίσης και τα στοιχεία για την “σύνοδο” του 843, είναι το “Εικονομάχοι στο Βυζάντιο” του δόκτορα Θεολογίας, Γεώργιου Α. Χατζηαντωνίου.



Teleia topothetisi…. Poly kalo keimeno. O Xristos na se evlogei.
Συγχαρητήρια για αυτή την κατατοπιστική δημοσίευση.
Και πάλι συγχαρητήρια για την εκτενή και πληρέστατη αναφορά στο θέμα των εικόνων και ευχόμαστε ο Κύριος να συνεχίσει το έργο Του.
Πολύ χρήσιμο το συγκεκριμένο υλικό!
Ο Κύριος να σε ευλογεί!
Ο Θεός μαζί σου αδελφέ. Πολύ καλή αναφορά και πολύ χρήσιμη για όλους μας. Ο Κύριος να είναι πάντα μαζί σου.